ἄση

ἄση
Grammatical information: f.
Meaning: `nausea, loathing, vexation' (Hp.).
Dialectal forms: Aeol. ἄσᾱ
Derivatives: ἀσηρός (-ᾱ-) `causing discomfort, feeling disgust ' (Hp.). Denom.(?) ἀσάομαι `feel nausea' (Hp.)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: If originally `supersaturation', ἄση belongs to ἆ-σαι, ἄ̄-μεναι, but the formation makes difficulty. Solmsen Wortforsch. 242ff. assumes analogically preserved σᾱ-suffix from the zero grade ἀ̆-, PIE *sh₂-. He rejects a form *sh₂-ti̯ā. Better is *ἄδσ-ᾱ, from the σ-stem in ἅδος `satiation' (Il.); simplification of the -σ- (except perhaps in ἀσσαροτέρας Sapph. 77) due to epic influence?; s. Schwyzer 321. Not very convincing. - Cf. ἆσαι, ἅδην, ἀδμολίη.
Page in Frisk: 1,161

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άση — ἄση, η (Α) 1. η αηδία, η ναυτία 2. η αγωνία, η απελπισία 3. ο πόθος 4. η λάσπη του ποταμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο συσχετισμός του τ. άση (αιολ. άσα) με το άσαι, απρμφ. αορ. του ρ. *άω «χορταίνω», είναι μεν σημασιολογικά δυνατός, δεν δικαιολογεί όμως τον… …   Dictionary of Greek

  • ἄση — surfeit fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἄσις slime fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἄ̱ση , ἀσάω glut oneself imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀσάω glut oneself pres imperat act 2nd sg (doric) ἄ̱ση , ἀσάω glut oneself imperf ind act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσῃ — ἄση surfeit fem dat sg (attic epic ionic) ἄσηι , ἄσις slime fem dat sg (epic) ἄ̱σῃ , ἄω 3 satiate aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) ἄ̱σῃ , ἄω 3 satiate fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσῇ — ἀ̱σῇ , ἄω 3 satiate fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀσάομαι glut oneself pres subj pass 2nd sg (doric) ἀσάομαι glut oneself pres ind pass 2nd sg (doric aeolic) ἀσάομαι glut oneself pres subj pass 2nd sg (epic ionic) ἀσάομαι glut oneself pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾀσῇ — ἀείδω il.Parv.. fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾄσῃ — ᾄσηι , ᾆσις singing fem dat sg (epic) ἀείδω il.Parv.. aor subj mid 2nd sg ἀείδω il.Parv.. aor subj act 3rd sg ἀείδω il.Parv.. fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾈσῇ — ᾈσῆι , Ἰασεύς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ασή Γωνιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 400 μ., 586 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αποκορώνου του νομού Χανίων. Αποτελεί έδρα της ομώνυμης κοινότητας …   Dictionary of Greek

  • ἄσαι — ἄση surfeit fem nom/voc pl ἄσᾱͅ , ἄση surfeit fem dat sg (doric aeolic) ἄ̱σαῑ , ἄω 3 satiate aor opt act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσαις — ἄση surfeit fem dat pl ἄ̱σαις , ἄω 3 satiate aor opt act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσαισι — ἄση surfeit fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.